Οι θέσεις του ΣΕΤΕ για τη φορολογία και την εργασία

5.SETE
0

Είναι αναγκαίο οι συντελεστές φορολογίας επιχειρήσεων να μειωθούν άμεσα στο επίπεδο του 15% και να διατηρηθούν σταθεροί για τουλάχιστον 10 έτη. Μόνο με αυτό τον τρόπο θα είναι σε θέση η Ελλάδα να προσελκύσει τις απαραίτητες επενδύσεις ώστε να ενισχύσει την προσπάθεια ανάταξης της ελληνικής οικονομίας και ο τουριστικός τομέας να μπορεί να διαφυλάξει την ανταγωνιστικότητά του και την ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών του.

Προκειμένου να αποφασίσουν να επενδύσουν στην Ελλάδα οι πιθανοί επενδυτές, οφείλουν να συνυπολογίσουν τις αστάθειες στο φορολογικό και οικονομικό περιβάλλον (7 φορολογικά νομοσχέδια τα τελευταία 4 έτη) καθώς και την πολυπλοκότητα της φορολογικής νομοθεσίας σε αντίθεση με τις ανταγωνίστριες χώρες οι οποίες παρουσιάζουν ένα σταθερό φορολογικό πλαίσιο.

Για παράδειγμα, μία ενδεικτική επένδυση 10 εκατομμυρίων Ευρώ, που αφορά την αγορά γης και τη δημιουργία ενός ξενοδοχείου πέντε αστέρων 100 δωματίων, το οποίο κατά την λειτουργία του θα πραγματοποιεί ετήσιο κύκλο εργασιών 3 εκατ. Ευρώ, υπό τις πιο καλές προϋποθέσεις θα έχει λειτουργικά μικτά κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων 1 εκατ. Ευρώ.

Αν λοιπόν υπολογίσουμε τον επιπλέον ΦΠΑ, αυτόματα αυτό «μεταφράζεται» σε καταβολή επιπλέον 180.000 Ευρώ. Επίσης, αν συνυπολογίσουμε ότι ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας από τα 10 εκατ. Ευρώ επένδυση δανείστηκε τα 5 εκατ. Ευρώ, βάζοντας άλλα 5 εκατ. Ευρώ ίδια κεφάλαια, σημαίνει ότι τα χρήματα που δανείστηκε, τα πήρε με ένα επιτόκιο τουλάχιστον 3 με 4 μονάδες υψηλότερο από το αντίστοιχο επιτόκιο που αναλογεί για μια ίδια επένδυση στην Ισπανία. Άρα, στα 5 εκατ. Ευρώ, πρέπει ο επενδυτής στην Ελλάδα να υπολογίσει επιπλέον 200.000 Ευρώ παραπάνω λόγω επιτοκίου. Σύνολο, δηλαδή 380.000 Ευρώ. Εάν επιβληθεί και τέλος διανυκτέρευσης πρέπει να προσθέσουμε και άλλα 120.000 Ευρώ.

Αυτό σημαίνει ότι στη δεκαετία απόσβεσης της επένδυσης, η πρόσθετη δαπάνη ισοδυναμεί με 4 έως 5 εκατ. Ευρώ. Άρα ο επενδυτής στην Ελλάδα, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο στην Ισπανία, ξεκινά με μείον 4 έως 5 εκατ. Ευρώ, για μια επένδυση 10 εκατ. Ευρώ σε μία χώρα πολύ ασταθέστερη και με σημαντικά χαμηλότερο επίπεδο δημόσιων υποδομών.

Επίσης, δεν είναι μόνο ο κλάδος διαμονής που ασφυκτιεί. Βλέπουμε στο yachting επιβαρύνσεις που δεν υπάρχουν πουθενά στις ανταγωνίστριες χώρες. Βλέπουμε στις μαρίνες, φόρους που απομακρύνουν κάθε επίδοξο επενδυτή, οριζόντιες αυξήσεις που επηρεάζουν σε υπερθετικό βαθμό τους κλάδους ενοικίασης αυτοκινήτων, μεταφορών, τουριστικών λεωφορείων, διοργάνωσης συνεδρίων, ταξιδιωτικών γραφείων, εστίασης, επιβατηγού ναυτιλίας, κάθε κρίκου της αλυσίδας του ελληνικού τουρισμού.

Ο τουρισμός ως αμιγώς εξαγώγιμο προϊόν, δραστηριοποιείται στο ιδιαίτερα ανταγωνιστικό περιβάλλον της διεθνούς τουριστικής αγοράς. Παρ’ όλ’ αυτά είναι το μοναδικό εξαγώγιμο προϊόν που φορολογείται και μάλιστα με πολύ υψηλούς συντελεστές. Η σύγκριση με τις ανταγωνίστριες χώρες, όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα, αφήνει την Ελλάδα στην τελευταία θέση με μεγάλη διαφορά.

Το «καλάθι του τουρίστα» επιβαρύνθηκε την τελευταία τουριστική περίοδο όχι μόνο από την αύξηση του ΦΠΑ διαμονής και εστίασης αλλά και από την αύξηση στον ΦΠΑ μεταφορών, την κατάργηση των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ σε νησιά του Αιγαίου, την αύξηση στις τιμές καταναλωτικών αγαθών καθιστώντας το ελληνικό τουριστικό προϊόν ακριβότερο σε σχέση με τους ανταγωνιστές.

Γενικότερα, το φορολογικό καθεστώς στο οποίο επενδύουν και δραστηριοποιούνται ξενοδοχειακές επιχειρήσεις στην Ελλάδα είναι το δυσμενέστερο, μεταξύ ανταγωνιστριών χωρών. Μελέτη που έγινε για λογαριασμό του Ινστιτούτου ΣΕΤΕ το 2015 έδειξε ότι η Ελλάδα κατατάσσεται τελευταία.

Σχετικά Άρθρα